«Η ειρωνεία απέναντι στο ελληνικό σινεμά κάπου σταματα εδώ»

Το θέμα: Ένας πρώην μπάτσος, ο Έστεμπαν, έρχεται απο την Κρήτη στην Αθήνα, όπου χωρίς δουλειά ζει απο έναν ανάπηρο μπάρμπα του και δεν έχει μία. Ο διευθυντής της ασφάλειας του αναθέτει μία δουλειά: Να καθαρίσει δύο επικίνδυνους κακοποιούς, οι οποίοι λυμαίνονται τη νύχτα και τους οποίους δεν ελέγχουν αυτός και ο υπουργός που τον καλύπτει. Ο Έστεμπαν βάζει μπρος και μπλέκει ανάμεσα σε αλληλοεξοντωνόμενες συμμορίες, στις οποίες είναι ανακατεμένο και το αφεντικό που του έδωσε τη δουλειά.

Το φιλμ: Η ειρωνεία απέναντι στο ελληνικό σινεμά κάπου σταματά εδώ. Υπάρχει πλέον μία γενιά που έχει δει κινηματογράφο και θέλει να κάνει σινεμά και όχι να πάρει λεφτά από το υπουργείο, από το δημόσιο η θέσεις η ο,τι σκατά ξέραμε. Αυτός εδώ ο τύπος (υπάρχουν κι άλλοι τελευταίως, αλλά περιορίζομαι σε τούτον που είναι της παρούσης), ονόματι Φωκίων Μπόγρης, που έκανε την ταινία εκ των ενόντων, είναι φοβερός. Ξέρει σινεμά κάργα, έχει αίσθηση του σινεμά από κορυφή μέχρι νύχια, ξέρει αφήγηση, ρυθμό, δεν είναι μίζερος σε κανέναν τομέα, ξέρει από ηθοποιούς και μέσα σε όλα τα άλλα που διαθέτει είναι κι αυτό για το οποίο φωνάζω χρόνια, πως το σινεμά, για να ξαναγεννηθεί, θέλει δικά του πρόσωπα. Ο Βαγγέλης Μουρίκης, που είναι ο γνωστός, είναι ένα τέτοιο πρόσωπο, απόλυτα κινηματογραφικό και η άνοδος του είναι τρομακτική. Είναι κι άφθαρτος από την τηλεόραση και ξεφτιλίκια, και πολύ γουστάρω που βλέπω τέτοιους ηθοποιούς στις οθόνες μας. Πως παίζει ο τύπος, πως εκφέρει το κείμενο, ποσο αβίαστα, τι μάτια, τι έκφραση, τι γοητεία υπόκοσμου είναι αυτή. Αν το ελληνικό σινεμά απαλλαχθεί από το κράτος, τα υπουργεία και τους κρατικοδίαιτους, έχει που φέρουν εντός του φοβερό κόσμο. Κι οι άλλες οι φάτσες (ο πρωταγωνιστής, ο Στεφανάκης), σούπερ. Μέχρι την Τίνα Σπάθη σκέφτηκε σε ρόλο μπατσίνας, με σεβασμό στην κυρία και υπαινιγμό προς το επάγγελμα που υποδύεται. Και το σενάριο; Τέλειο. Πλην μίας λεπτομέρειας: Δεν γίνεται ανάγλυφο το παρελθόν του μπάτσου και θα το ήθελα. Ταυτίστηκα μαζί του κι ήθελα να ξέρω επακριβώς τους λόγους της εκδίκησης.

ΥΓ.1: Γιατί να παιχθεί μόνο μία εβδομάδα και σε περιφερειακή αίθουσα; Δεν είναι κρίμα κι άδικο;

ΥΓ.2: Μεγάλη η συμβολή μοντάζ, φωτογραφίας, ήχου, συγνώμη δεν έχω χώρο.

Τρέξτε αμέσως

(Την κριτική έγραψε ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης για το Down Town που κυκλοφορεί)

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s